Sengrieķu valodas darbības vārds.
ἀπομεστόω, διαλφιτόω, διαμεστόω, εἰσπληρόω, ἐπιπίμπλημι, ἐπιστέφω, μεστόω, συμπληθύω, ὑποπλήθω.